ἐρεγμός

ἐρεγ-μός, ,=ἔρεγμα, Gal.6.533, Archig. ap. eund. 12.812, PTeb.9.10 (ii B. C.), PHolm.23.37,39 ;
A = ὁ δίχα διῃρημένος κύαμος, Erot.
II = ἐρυγμός, Mim.Oxy.413.19, Moer.p.158 P., EM371.20.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερεγμός — ἐρεγμός, ὁ (Α) 1. βλ. έρεγμα («ἐρεγμός κυρίως λέγεται ὁ δίχα διηρημένος κύαμος», Ερωτιαν.) 2. βλ. ερυγμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερείκω «σχίζω, συντρίβω», με ανερμήνευτο το ε (αντί ει , ερειγμός*] …   Dictionary of Greek

  • ἐρεγμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεγμοί — ἐρεγμός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεγμοῦ — ἐρεγμός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεγμῶν — ἐρεγμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεγμῷ — ἐρεγμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεγμόν — ἐρεγμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερέγμινος — ἐρέγμινος, η, ον (Α) [ερεγμός] ο κατασκευασμένος από τριμμένα, κοπανισμένα κουκιά («ἄλευρον ἐρέγμινον», Διοσκ.) …   Dictionary of Greek

  • ερείκω — ἐρείκω (Α) 1. σχίζω, χωρίζω («ἐρεικόμενος περὶ δουρί» σχισμένος, κομματιασμένος απ’ το δόρυ, Ομ. Ιλ.) 2. διασχίζω («ἤρεικον χθόνα» διέσχιζαν με το άροτρο πηγή, Ησίοδ.) 3. θραύω, σπάζω, συντρίβω («ναῡς γὰρ πρὸς ἀλλήλαισι Θρῇκιαι πνοαὶ ἤρεικον» οι… …   Dictionary of Greek

  • ερειγμός — ἐρειγμός, ὁ (Α) [ερείκω] βλ. ερεγμός …   Dictionary of Greek

  • ερεχμός — ἐρεχμός, ὁ (Α) διαφορ. τ. αντί ερευγμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αιολ. τ. τού ερεγμός*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.